σεισμολόγιο

το / σεισμολόγιον, ΝΜ
νεοελλ.
πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι σεισμοί και τα χαρακτηριστικά τους
μσν.
μελέτη για τους σεισμούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σεισμός + -λόγιο(ν)*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -λόγιο — (AM λόγιον και Μ λόγιν) β συνθετικό ουδέτερων ονομάτων από το ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «ομιλώ, λέω» (πρβλ. ημερολόγιο, ωρολόγιο, μοιρολόγιο, τιμολόγιο) είτε με τη σημ. τού «συλλέγω, συγκεντρώνω», οπότε και λειτούργησε ως περιληπτική… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.